Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο ΚΑΠΡΟΣ

Κάθε σπίτι είχε και το γουρούνι του εκείνα τα χρόνια. Δεν χρειάζονταν τότε ανακύκλωση και σκουπιδιάρα στο χωριό μας. Όλα τα αποφάγια πήγαιναν στο χοίρο. Με ερχομό των Χριστουγέννων έσφαζαν το ζώο και το κρέας κάλυπτε όλη τη χειμερινή περίοδο. Δεν χρειάζονταν εισαγωγές κρέατος, όπως σήμερα. Οι «τσιγαρίδες» αποθηκευμένες στο λίπος του γουρουνιού, κράταγαν μέχρι το φύτεμα του καπνού και δεν έλειπε ο μεζές από τα σπίτια μας, παρότι δεν είχαμε ψυγεία και τις ανέσεις που προσφέρει η ηλεκτρική ενέργεια σήμερα. Το κρέας του χοίρου, ταϊσμένο με βελανίδι της περιοχής, ήταν νοστιμότατο και δεν είχε καμία σχέση, με το σημερινό.
Ο μπάρμπα-Λάκιας όμως δεν έσφαξε το «καπρί» εκείνη τη χρονιά. Αυτό αγρίεψε, όπως αγριεύει κάθε χοίρος, που ξεπερνάει τα δύο έτη. Πηγαίνοντας η Γεωργία, με τη συννυφάδα της, να ταΐσει τις κότες, ο χοίρος τους επιτέθηκε και τις κυνήγησε. Ο Βαγγέλης τις αποπήρε: -Δεν ντρέπεστε να σας κυνηγάει το γουρούνι, είπε; Και τότε το «καπρί» παρατάει τις γυναίκες και κυνηγάει το Βαγγέλη. Πήδαγε το ένα παλούκι μετά το άλλο κι ο κάπρος τον ακολουθούσε. Έφτασε στην πλατεία του χωριού κι ο κάπρος του χωριού κυνηγούσε τον Βαγγέλη – αστείο θέαμα -μα τραγικό για κείνους που βίωναν τα συμβάντα.
Στην πλατεία του χωριού, ο Λάμπρος ο Καραγιάννης του φωνάζει γελώντας περιπαικτικά: -Να μπει ο διάολος μέσα σου, που φοβάσαι το «καπρί». Τότε το καπρί παρατάει τον Βαγγέλη και κυνηγάει τον Λάμπρο. Ανεβαίνει γρήγορα πάνω στο καμπαναριό, για να γλυτώσει κι ο κάπρος από πίσω τον ακολουθεί. Όταν ο χοίρος διαπίστωσε πως δεν μπορούσε ν΄ ανέβει στις σκάλες, του στήνει πολιορκία κάτω απ’ το καμπαναριό και δεν τον αφήνει να κουνηθεί ρούπι.
Ο ιδιοκτήτης όμως έμαθε τα καθέκαστα, πήρε ένα όπλο κι ο «κάπρος της περιοχής» τέλειωσε άδοξα τη σταδιοδρομία του.

Διήγημα (Από τη συλλογή "τα λουλούδια της γης μου")

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Μία ξεχωριστή εργασία για το Δημοτικό τραγούδι. ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ             Το 1814 ένας ναύτης ευρισκόμενος στο ναυτικό νοσοκομείο   της Αγγλίας για θεραπεία   τραγουδάει: «Συννέφιασε στον Παρνασσό βρέχει στα καμποχώρια Κι εσύ Διαμάντω νύχτωσες που πας αυτή την ώρα Πάω για αθάνατο νερό, αθάνατο βοτάνι Να δώσω στης αγάπης μου ποτέ να μην πεθάνει» Ο αρχίατρος του νοσοκομείου παραξενεύεται και τον ρωτάει που έμαθε αυτά τα εκπληκτικά   άσματα. Ο ναύτης του απαντά ότι όλοι στην πατρίδα του τραγουδούν τέτοια τραγούδια και ο φον Χαξτχάουζεν, ο αρχίατρος   του νοσοκομείου, αν και μιλάει   13 γλώσσες παραξενεύεται ευχάριστα και του λέει να του φέρει μερικά ακόμη. Ο ναύτης τον φέρνει σε επαφή με τον Θεόδωρο Μανούση και τον καλεί στο σπίτι του να γνωρίσει την γιαγιά του απ’ τη Μακεδονία η οποία ξέρει όλα αυτά τραγούδια απ’ έξω κι ανακατωτά. Η κυρία Αλεξάνδρα του μεταδίδει τις γνώσεις της. Αρχίζει η πρώτη καταγρ...

ΧΕΛΙΔΟΝΙ

ΧΕΛΙΔΟΝΙ Δε μου είπες χελιδονι Κει στα σύννεφα που πας τι σου είπαν οι άγγελοι,  γιατί δεν το ματτυρας;  Τι σου είπε ο Απρίλης  Τι σου είπε ο θεριστης  την Ανούλα μήπως είδες  με το φως της αστραπης;  Ειδα γυρω μου  βροχαδες  να πετούν κι άλλα πουλιά  και μου μίλησαν και είπαν  να σας στείλω δυο φιλιά.  Τον Απρίλη  χελιδονι  μήπως έκλεψε κανείς  Περιμενω  στο μπαλκόνι  δύο μήνες να φανεί. ..   Περιμένω στο μπαλκόνι  μα ακόμη να φανεί. .. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΆΝΝΗΣ

Ο ΑΠΟΜΑΚΡΟΣ

  Ο ΑΠΟΜΑΚΡΟΣ                                                                                 Τράβηξε την κουρτίνα του κι είδε τον ήλιο να μεσουρανεί και να ζεσταίνει τα μουσκεμένα καλντερίμια της Ύδρας. Άχνιζε ο τόπος από την υγρασία, ενώ τα ανήλιαγα σοκάκια κρατούσαν ακόμη νερό ή ήταν   μουσκεμένα κι έδειχναν τις συχνές αλλαγές του καιρού και το αλλοπρόσαλλο του Μάρτη. Χαμογέλασε και γεμάτος λαχτάρα, έστρεψε το βλέμμα του στο λιμάνι. Είδε τα πανιά να λύνονται και το λιμάνι ν’ αποκτά ζωή και κίνηση. Μια κίνηση γνώριμη, αρμονική και ταξιδιάρικη. Ο ήλιος ζέστανε την καρδιά του και βγήκε...