Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Η ΜΥΡΤΙΛΑ

Η  ΜΥΡΤΙΛΑ                            Γερογιαννης Γιάννης  Έφτασε στο σπίτι της λίγο μετά τη δύση του ήλιου, κατάκοπη. Κάθισε στο ανάκλιδρο να αναπαυθεί και να σκεφτεί για το μέλλον. Δεν ήταν μόνο η κοπιαστική εργασία στα μεσόγεια που την ταλαιπωρούσε, ήταν ο ποδαρόδρομος και οι μακρινές αποστάσεις, που έπρεπε να διανύει κάθε μέρα με τα πόδια. Αφού οι μοίρες έτσι όρισαν, έπρεπε να ακολουθήσει το πεπρωμένο. Να πάρει τη ζωή στα χέρια της και να χαρίσει ευτυχία στον λαμπρό νέο που τη λάτρεψε και την ήθελε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Ήταν όμορφη γυναίκα η Μύρτιλα και τυχερή καθώς λένε, οι κακές γλώσσες του κόσμου. Αγαπήθηκε με πάθος κι αγάπησε τον Δεινοκράτη, έναν από τους ωραιότερους νέους της Αθήνας. Την περίμενε καθώς έλεγαν μια υπέροχη ζωή με μέλι και χρυσάφι κεντημένη, μα εκείνη δεν πρόλαβε να χαρεί ούτε το μέλι, ούτε το μήνα του ...

ΣΤΑΧΤΕΣ

https://www.youtube.com/watch?v=wyl5QVE6JHg&list=PLAniBPbA62aNtZU0leSz8n_7aed_a0bYF              ΣΤΑΧΤΕΣ Με τη σάρκα του ήλιου Κει όπου ο αγέρας άφηνε την αύρα του στα μελιστάλαχτα όρη, που οι ντόπιοι τα λένε βουνά κι ομορφιά της Ελλάδας απίθωσα κι εγώ την ψυχή μου, στους πράσινους γίγαντες δέντρα παλιά, που τώρα πια σκελετοί και πυρά έχουν γίνει τα λιθάρια καμένα και το χώμα τα έκαιγε. Κάπνιζε ολόγυρα ο τόπος κι η ζωή είχε ενδώσει στο θάνατο. Στέρφα τσουρουφλισμένα όνειρα Γύρευαν πεύκο, ρετσίνι κι αρμύρα. Τι τα θες και σκαλίζεις οράματα. Ο Δημήτρης μας χάθηκε! Κάποιοι λένε πως κάηκε μέσα στη θάλασσα. Μα τα ίχνη του ακόμα δε βρήκαν. Φυλέψαμε το θάνατο με φρέσκο και άφθαρτο όνειρο Κι ένας σκύλος τσουρουφλισμένος σε μια ξέρα θλιμμένα γαυγίζει τον κύρη του ψάχνει και ελπίδα στη γη μας. Είναι γαλάζια η Ελπίδα κι η θάλασσα κι ο ουρανός σκοτάδι βουβό, που καμένο μυρίζει Κάποιοι τρώνε αρμύρα και θάνατο...

ΠΟΛΙΤΗΣ του ΚΟΣΜΟΥ:(Γιάννη Γερογιάννη).Πανουργιά Δ. απαγγελία

ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Στις φλέβες, κουβαλώ τη γη μου, στο πρόσωπο τον ήλιο, στο στήθος την νοσταλγία,                                         προχωρώ σταθερός κι ανέγγιχτος και μιλώ με τα αγριοπούλια και τη θάλασσα, νοσταλγώντας, το γαλάζιο ουρανό της πατρίδας, το χώμα που έγινε άνυδρο, τον καπνό, τον ολόλευκο, να βγαίνει απ’ το πλοίο ή απ o ένα μαντείο, που το λένε «Δελφοί». -κατοικία του ήλιου, κι ομφαλός της γης-. Λαμπερός ο ήλιος, μας πορφύρωσε κόκκινες πολιτείες ντυμένες στο χρώμα του, υπομένουν στωικά τα καυτά χάδια του ήλιου, στις αφιλόξενες γωνιές της Παλμύρας, άλλοτε, σ’ ένα καραβάνι με βεδουίνους παζαρεύοντας ανθρώπινες αδυναμίες. κι άλλοτε πάλι, στην Αλεξάνδρεια και στον Πόντο, ποντίζεις το καινούριο πλεούμενο έλληνας κοσμοπολίτης και πολυτάξ...

ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

ΔΑΚΡΥΑ Τα δάκρυά μας, θάλασσα γαλήνης   τα δάκρυά μας, θάλασσα καυτά σκεπάζουν τους νεκρούς μας και τη βία   το δράμα, την οργή, την προσφυγιά. Ποια θάλασσα εμάς θα μας σκεπάσει; Ποια μάνα δε θα κλάψει ένα παιδί; Ποιο σύνορο, τη μάνα θα κρατήσει μακριά, απ του παιδιού της, τη ζωή; Σου στέλνω κάθε βράδυ με το κύμα τα δάκρια της μάνας τα καυτά Κι αν κρύωσες παιδάκι μου στο μνήμα να σε σκεπάζουν να σου δίνουν ζεστασιά. Ο πρόσφυγας, δε θέλει μεγαλεία μόνο της μάνας, θέλει την ευχή Θέλει να μην πεθάνει το παιδί του θέλει μιαν ευκαιρία στη ζωή.  ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ