Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ (18-3-2015)

Κρυμμένο ένα πτώμα στα καλάμια
γυρεύει, απ’ τον κόσμο να κρυφθεί.
γυρεύει ησυχία και γαλήνη,
νερό, να ησυχάσει και σιωπή.
Γυρεύει με απόγνωση μεγάλη,
νερό της λησμονιάς να ξαναπιεί
το αίμα ξεραμένο στο μαχαίρι
και στην καρδιά του, μια παράξενη πληγή
Τούτον, δεν τον σημάδεψε μαχαίρι,
ούτε βεντέτα από Κρητικό
τούτον τον εσημάδεψε η βία,
οι δήθεν φίλοι, η μωρία στο μυαλό.
Τον εσημάδεψε το νταηλίκι,
η βία, το καψόνι το σκληρό
Και η ΔΙΚΙΑ ΣΟΥ αδιαφορία
έκανε τον Βαγγέλη μας νεκρό.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Μία ξεχωριστή εργασία για το Δημοτικό τραγούδι. ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ             Το 1814 ένας ναύτης ευρισκόμενος στο ναυτικό νοσοκομείο   της Αγγλίας για θεραπεία   τραγουδάει: «Συννέφιασε στον Παρνασσό βρέχει στα καμποχώρια Κι εσύ Διαμάντω νύχτωσες που πας αυτή την ώρα Πάω για αθάνατο νερό, αθάνατο βοτάνι Να δώσω στης αγάπης μου ποτέ να μην πεθάνει» Ο αρχίατρος του νοσοκομείου παραξενεύεται και τον ρωτάει που έμαθε αυτά τα εκπληκτικά   άσματα. Ο ναύτης του απαντά ότι όλοι στην πατρίδα του τραγουδούν τέτοια τραγούδια και ο φον Χαξτχάουζεν, ο αρχίατρος   του νοσοκομείου, αν και μιλάει   13 γλώσσες παραξενεύεται ευχάριστα και του λέει να του φέρει μερικά ακόμη. Ο ναύτης τον φέρνει σε επαφή με τον Θεόδωρο Μανούση και τον καλεί στο σπίτι του να γνωρίσει την γιαγιά του απ’ τη Μακεδονία η οποία ξέρει όλα αυτά τραγούδια απ’ έξω κι ανακατωτά. Η κυρία Αλεξάνδρα του μεταδίδει τις γνώσεις της. Αρχίζει η πρώτη καταγρ...

ΧΕΛΙΔΟΝΙ

ΧΕΛΙΔΟΝΙ Δε μου είπες χελιδονι Κει στα σύννεφα που πας τι σου είπαν οι άγγελοι,  γιατί δεν το ματτυρας;  Τι σου είπε ο Απρίλης  Τι σου είπε ο θεριστης  την Ανούλα μήπως είδες  με το φως της αστραπης;  Ειδα γυρω μου  βροχαδες  να πετούν κι άλλα πουλιά  και μου μίλησαν και είπαν  να σας στείλω δυο φιλιά.  Τον Απρίλη  χελιδονι  μήπως έκλεψε κανείς  Περιμενω  στο μπαλκόνι  δύο μήνες να φανεί. ..   Περιμένω στο μπαλκόνι  μα ακόμη να φανεί. .. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΆΝΝΗΣ

Ο ΑΠΟΜΑΚΡΟΣ

  Ο ΑΠΟΜΑΚΡΟΣ                                                                                 Τράβηξε την κουρτίνα του κι είδε τον ήλιο να μεσουρανεί και να ζεσταίνει τα μουσκεμένα καλντερίμια της Ύδρας. Άχνιζε ο τόπος από την υγρασία, ενώ τα ανήλιαγα σοκάκια κρατούσαν ακόμη νερό ή ήταν   μουσκεμένα κι έδειχναν τις συχνές αλλαγές του καιρού και το αλλοπρόσαλλο του Μάρτη. Χαμογέλασε και γεμάτος λαχτάρα, έστρεψε το βλέμμα του στο λιμάνι. Είδε τα πανιά να λύνονται και το λιμάνι ν’ αποκτά ζωή και κίνηση. Μια κίνηση γνώριμη, αρμονική και ταξιδιάρικη. Ο ήλιος ζέστανε την καρδιά του και βγήκε...