Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

ΔΑΚΡΥΑ Τα δάκρυά μας, θάλασσα γαλήνης   τα δάκρυά μας, θάλασσα καυτά σκεπάζουν τους νεκρούς μας και τη βία   το δράμα, την οργή, την προσφυγιά. Ποια θάλασσα εμάς θα μας σκεπάσει; Ποια μάνα δε θα κλάψει ένα παιδί; Ποιο σύνορο, τη μάνα θα κρατήσει μακριά, απ του παιδιού της, τη ζωή; Σου στέλνω κάθε βράδυ με το κύμα τα δάκρια της μάνας τα καυτά Κι αν κρύωσες παιδάκι μου στο μνήμα να σε σκεπάζουν να σου δίνουν ζεστασιά. Ο πρόσφυγας, δε θέλει μεγαλεία μόνο της μάνας, θέλει την ευχή Θέλει να μην πεθάνει το παιδί του θέλει μιαν ευκαιρία στη ζωή.  ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ Ανοίξαμε τις καρδιές και ξεκλειδώσαμε σύνορα Κοιταχτήκαμε στα μάτια πέρα απ’ τη χώρα του εγώ. Είδαμε τα θολωμένα συναισθήματα. Ποτάμι οι λέξεις και μετά σιωπή. Τώρα μιλούσαν οι καρδιές. Κάποιοι δεν άντεξαν ρήγισαν Και μετά σιωπή. Δάκρυα τότε κυλούσαν στο πρόσωπο Και ημέρεψαν οι καρδιές. Γαληνέψαμε κι η ταραχή έσβησε τα χνάρια της λύπης μα ένας κόμπος βαρύς έσφιγγε την ψυχή μας Σας μιλούνε τα ποιήματα Κι ένας κόμπος βαρύς Τώρα πια δεν μας πνίγει. Δάκρυα τότε ξεπέζεψαν απ’ το πρόσωπο Κι απ’ την καρδιά μας τα ευλογημένα Συναισθήματα. Μας μιλούσαν τα ποιήματα ! Γερογιάννης  Γιάννης https://www.youtube.com/watch?v=dnL5xhYdbvc  

ΞηρόμεροNews: Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Γιάννη Γερογ...

ΞηρόμεροNews: Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Γιάννη Γερογ... : Την Τετάρτη 12.12.2018 και ώρα 18:30 Oι εκδόσεις «Δρόμων», και ο Γιάννης Γερογιάννης  Συγγραφέας-Ποιητής σας προσκαλούν στην παρουσ...

ΤΑ ΠΟΛΥΣΠΟΡΙΑ

ΤΑ ΠΟΛΥΣΠΟΡΙΑ Τον Νοέμβριο ο λαός μας τον λέει και «χαμένο». Λένε πως άμα ξεκινήσει να βρέχει, ξεχνάει να σταματήσει γι’ αυτό και δώσανε τούτο το περίεργο όνομα. -Μια χρονιά, το πενήντα τρία νομίζω, άρχισε να βρέχει στις τρεις του Νοέμβρη και ξέρεις πότε σταμάτησες; μου ‘πε κάποτε ο μπάρμπα Κώστας. -Πότε ρώτησα; Σχεδόν αδιάφορα -Στις δώδεκα του Φλεβάρη. Εκείνο το φθινόπωρο κανείς μας δεν μπόρεσε να οργώσει. Κοντέψαμε να μείνουμε χωρίς σιτάρι. Δέκα μέρες αν κρατούσε η βροχή, δεν υπήρχε περίπτωση να σπείρουμε. Περιμέναμε μια βδομάδα να στεγνώσουν τα χωράφια και καινούρια βροχή ξεκίνησε. Ευτυχώς αυτή τη φορά κράτησε πολύ λίγο. Τελικά τα καταφέραμε να σπείρουμε, αλλά το όψιμο σιτάρι και δεν είχε καλή παραγωγή. Περιορισμένη η παραγωγή και τα σιτάρι εκείνη τη χρονιά δεν έφτασε ούτε για το ψωμί της φαμίλιας. Μαθημένοι όμως σε τέτοιες καταστάσεις με στερήσεις και δυσκολίες τα καταφέραμε. Γι’ αυτό πάντα φροντίζουμε να εξευμενίζουμε τη γη μας. Τις επίγειες αλλά και τις ουράνιε...

ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ

ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ (Κάποιοι άνθρωποι δεν πρόλαβαν να ζήσουν, θυσιάστηκαν για μας, οφείλουμε να τους θυμόμαστε!) Να με θυμάσαι! Όταν το άροτρο ετοιμάζεις για τη σπορά Να με θυμάσαι στις πεζούλες του θερισμού Να με θυμάσαι στα όνειρα που κάναμε μαζί Στις σταγόνες της κληματόβεργας. στης βροχής τις ασίγαστες μπόρες Δεν τελειώνει η ζωή ούτε τ’ όνειρο. Στις γειτονιές των αγγέλων θεριεύει. Καμένη η ψυχή μας απ τα άδικο, προσδοκά το τιμόνι ν αλλάξει. Για χρόνια του ήλιου το άροτρο μεθυσμένο, μας έχει ξεχάσει. Πείνα και θλίψη στους δρόμους στις αποθήκες το στάρι σαπίζει στις στράτες περνούν οι Αβόλευτοι προσπερνούν κι η γη κοκκινίζει. Στους δρόμους, δε σπέρνουν πλέον χαρά, ρόδα κι αμύγδαλα πλέον δεν έχουν. Απορρίμματα πλέον πετούν και με αίμα του τόπου τα ραίνουν. Να με θυμάσαι, όταν πίνεις κρασί να με θυμάσαι στις στενοχώριες μα προ πάντων, να με θυμάσαι στις χαρές Εγώ δε γνώρισα τη χαρά, εγώ δεν μπόρεσα να ζήσω. Με το χώμα του τόπου μιλώ ...

ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ Με λυγιές και καλάμια πλέκαμε όνειρα τα καλοκαίρια στα καλάθια της όμορφης ζήσης. Κι ήταν τα καλάθια μας  γεμάτα  με φρούτα κι αρώματα , σκεπασμένα μ’ όνειρα κι ένα κόκκινο λουλούδι από πάνω. Βάζαμε φρούτα ολόφρεσκα κι ομορφιές απ’τον κόσμο της φύσης. Και την Αγάπη την  βάζαμε   πάνω στα καταπράσινα κλαδιά να την μεταφέρουμε στο σπιτικό μας.  Χωρίς να μιλάμε κάναμε καρέκλες από ψαθί, περίτεχνες με  τα γήινα χρώματα της φύσης. και φιλοξενούσαμε τους επισκέπτες και τους κατατρεγμένους, γιατί ήταν δύσκολες οι εποχές κι ήθελες την ανθρωπιά και τη συμπαράσταση να ζήσεις. Τα ξύλινα σκαμνιά μ’ έναν πανέμορφο πρωτογονισμό, έδιναν θέση τους στην ομορφιά, και την νοικοκυροσύνη. Έτσι  γέμιζε  η καρδιά μας με τους πόθους μιας όμορφης άνοιξης.  Αν τύχαινε να ’ναι χειμώνας μαζευόμασταν γύρω στο τζάκι και  λέγαμε ιστορίες για σπορές, νεράιδες και τέρατα κι άλλα παράξενα κι απλά πράγματα που γεννούσαν μυστήριο κι ευτυχία. Μιλούσα...

ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

           ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ Στα χωράφια της αδικίας οι κάμποι κιτρίνισαν κι η σοδειά έμεινε αθέριστη και νοθευμένη. Χρυσά σκουλαρίκια φοράνε τα βράχια κι ατρύγητες οι Σκέψεις και οι επιθυμίες. Σώπαιναν τότε τα κλαριά κι ένα γκριζοπράσινο χρώμα σκέπαζε το μεθυσμένο κάμπο. ‘Ήταν ο Αύγουστος μ’ ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί στην αγκαλιά του και τα φεγγάρια κόκκινα κι αυτά κοίταζαν μεθυσμένα την Πανσέληνο. Δεν γύρισα το βλέμμα και μεθυσμένος κοίταξα τα μάτια σου. Χαμένες αγάπες της καλοκαιρινής ραστώνης. Χαμένα φεγγάρια του Αυγούστου τι κρύβεστε στα πέλαγα; Ένα σπασμένο καρπούζι η στράτα μας και εμείς σπουργίτια και τρυγάμε τ’ άρωμά του Γευτήκαμε λαίμαργα τις χαρές και πικραθήκαμε στις λύπες. Διαβάσαμε τα μελλούμενα και προσμένουμε τον κρύο χειμώνα στάχυα αθέριστα είμαστε και περιμένουμε το θέρισμα της μοίρας.         ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ